Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πραματευτής

/pɾa.ma.teˈftis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαo πλανόδιος έμπορος, o γυρολόγος Βικιλεξικό
    • Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)

Ετυμολογία

πραματευτής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πραματευτής < ελληνιστική κοινή πραγματευτής (άνθρωπος του εμπορίου, εμπορικός αντιπρόσωπος) → και δείτε σχόλια στο πραματευτής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπραματευτήςπραματευτάδες / πραματευτές
Γενικήπραματευτήπραματευτάδων / πραματευτών
Αιτιατικήπραματευτήπραματευτάδες / πραματευτές
Κλητικήπραματευτήπραματευτάδες / πραματευτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →