πρασινοσκούφης
•
- στρατιωτικός όροςκαταδρομέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρασινοσκούφης < πράσιν(ος) + -ο- + σκούφ(ος) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρασινοσκούφης | πρασινοσκούφηδες |
| Γενική | πρασινοσκούφη | πρασινοσκούφηδων |
| Αιτιατική | πρασινοσκούφη | πρασινοσκούφηδες |
| Κλητική | πρασινοσκούφη | πρασινοσκούφηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →