πρασόπιτα
•
- γαστρονομίαπίτα με βασικό υλικό το πράσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρασόπιτα < πράσ(ο) + -ό- + πίτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρασόπιτα | πρασόπιτες |
| Γενική | πρασόπιτας | πρασοπιτών |
| Αιτιατική | πρασόπιτα | πρασόπιτες |
| Κλητική | πρασόπιτα | πρασόπιτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →