πρεδάρης
•
- παρωχημένοο αγροφύλακας Βικιλεξικό
- ΟΙ ΠΡΕΔΑΡΑΙΟΙ (ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΕΣ). α') Η εκλογή τους. Απ' ανέκαθεν το κάθε χωριό έβαζε αγροφυλάκους για να φυλάνε τα χωράφια απ' τις ζημιές. Τους έλεγαν πρεδαραίους παλιότερα.
Ετυμολογία
πρεδάρης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρεδάρης | πρεδάρηδες / πρεδαραίοι |
| Γενική | πρεδάρη | πρεδάρηδων / πρεδαραίων |
| Αιτιατική | πρεδάρη | πρεδάρηδες / πρεδαραίους |
| Κλητική | πρεδάρη | πρεδάρηδες / πρεδαραίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →