πριγκιπάτο
•
- μοναρχικό κράτος, που κυβερνάται από μονάρχη με τον τίτλο του πρίγκιπα ή της πριγκίπισσας Βικιλεξικό
- Το μικροσκοπικό πριγκιπάτο της Μεσογείου, που με την πρώτη ματιά δίνει την αίσθηση της τελειότητας, αντιπροσωπεύει σήμερα ένα αγαπημένο μέρος για μόνιμη κατοικία εφοπλιστών, διασημοτήτων, καλλιτεχνών και γαλαζοαίματων, οι οποίοι, εκτός από τον κοσμοπολίτικο αέρα, απολαμβάνουν παράλληλα και ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. [(@ethnos.gr)
- 1917. Προσπάθεια ίδρυσης του Πριγκιπάτου της Πίνδου στη Ήπειρο από τον Αλκιβιάδη Διαμάντη (Όργανο της ιταλικής διπλωματίας περισσότερο) και της Ένωσης Ρουμανικών Κοινοτήτων απο τον ίδιο στα Γρεβενά.
Ετυμολογία
πριγκιπάτο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πριγκιπᾶτον < ιταλική principato < λατινική prīncipātus < princeps < primus + apio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πριγκιπάτο | πριγκιπάτα |
| Γενική | πριγκιπάτου | πριγκιπάτων |
| Αιτιατική | πριγκιπάτο | πριγκιπάτα |
| Κλητική | πριγκιπάτο | πριγκιπάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →