πρίγκιπας
•
- ο γιος ενός βασιλιά Βικιλεξικό
- τίτλος ευγενείας και ονομασία του ανώτατου άρχοντα ενός κρατιδίου (πριγκιπάτου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρίγκιπας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πρίγκιπας, πρίγκιψ < ελληνιστική κοινή πρίγκιψ, πρίγκεψ, πρίνκιψ, πρίνκεψ < λατινική princeps. Η πρώιμη ελληνιστική κοινή πρίγκιπες (στα λατινικά principēs, «επίλεκτοι στρατιώτες της λεγεώνας») μαρτυρείται στον Πολύβιο μόνον στην αιτιατική και γενική πληθυντικού.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρίγκιπας | πρίγκιπες |
| Γενική | πρίγκιπα / πρίγκιπος | πριγκίπων |
| Αιτιατική | πρίγκιπα | πρίγκιπες |
| Κλητική | πρίγκιπα | πρίγκιπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →