πριγκιπικός
•
- κυριολεκτικάπου ταιριάζει ή αναφέρεται σε πρίγκιπα Βικιλεξικό
- πριγκιπικός γάμος, πριγκιπικό ζεύγος, πριγκιπική υποδοχή
- μεταφορικάμεγαλοπρεπής, πολυτελής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πριγκιπικός < Κατά τον Μπαμπινιώτη δημιουργία λέξης (ήδη από το 1895) με πριγκιπ- (< πρίγκιψ) + -ικός (και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική princier κατά τον Πετρούνια στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη) : Κατά τον Χαραλαμπάκη, μεσαιωνική ελληνική πριγκιπικός < πρίγκιπας / πρίγκιψ / πρίγκεψ < λατινική princeps
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πριγκιπικός | πριγκιπική | πριγκιπικό |
| Γενική | πριγκιπικού | πριγκιπικής | πριγκιπικού |
| Αιτιατική | πριγκιπικό | πριγκιπική | πριγκιπικό |
| Κλητική | πριγκιπικέ | πριγκιπική | πριγκιπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πριγκιπικοί | πριγκιπικές | πριγκιπικά |
| Γενική | πριγκιπικών | πριγκιπικών | πριγκιπικών |
| Αιτιατική | πριγκιπικούς | πριγκιπικές | πριγκιπικά |
| Κλητική | πριγκιπικοί | πριγκιπικές | πριγκιπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →