πριμιτίφ
•
- ζωγραφικήπου αφορά πριμιτιβιστή καλλιτέχνη, που με την απλοϊκή του και αδέξια τεχνική θυμίζει πρωτόγονο καλλιτέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πριμιτίφ < γαλλική primitif < λατινική primitivus < primus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →