πριόνι
•
- εργαλείο με οδοντωτή λάμα που χρησιμοποιείται για κόψιμο Βικιλεξικό
- Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει, κόβει το ξύλο με το πριόνι, κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει και το φιλιάζει και το καρφώνει. (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
Ετυμολογία
πριόνι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πριόνιον < υποκοριστικό του αρχαίου πρίων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πριόνι | πριόνια |
| Γενική | πριονιού | πριονιών |
| Αιτιατική | πριόνι | πριόνια |
| Κλητική | πριόνι | πριόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →