πριονίζω
•
- κυριολεκτικάκόβω κάτι με πριόνι Βικιλεξικό
- μεταφορικάφθείρω, υποσκάπτω, υπονομεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πριονίζω < μεσαιωνική ελληνική πριονίζω < ελληνιστική κοινή πριόνιον < αρχαία ελληνική πρίων
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πριονίζω | πριονίζεις | πριονίζει | πριονίζουμε | πριονίζετε | πριονίζουν / πριονίζουνε |
| Παρατατικός | πριόνιζα | πριόνιζες | πριόνιζε | πριονίζαμε | πριονίζατε | πριονίζαν / πριονίζανε / πριόνιζαν |
| Αόριστος | πριόνισα | πριόνισες | πριόνισε | πριονίσαμε | πριονίσατε | πριονίσαν / πριονίσανε / πριόνισαν |
| Μέλλοντας | θα πριονίζω / θα πριονίσω | θα πριονίζεις / θα πριονίσεις | θα πριονίζει / θα πριονίσει | θα πριονίζουμε / θα πριονίσουμε | θα πριονίζετε / θα πριονίσετε | θα πριονίζουν / θα πριονίζουνε / θα πριονίσουν / θα πριονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πριονίσει | έχεις πριονίσει | έχει πριονίσει | έχουμε πριονίσει | έχετε πριονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πριονίσει | είχες πριονίσει | είχε πριονίσει | είχαμε πριονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πριονίσει / να πριονίζω / να πριονίσω | να έχεις πριονίσει / να πριονίζεις / να πριονίσεις | να έχει πριονίσει / να πριονίζει / να πριονίσει | να έχουμε πριονίσει / να πριονίζουμε / να πριονίσουμε | να έχετε πριονίσει / να πριονίζετε / να πριονίσετε | να πριονίζουν / να πριονίζουνε / να πριονίσουν / να πριονίσουνε |
| Προστακτική | — | πριόνιζε / πριόνισε | — | — | πριονίζετε / πριονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →