Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πριονίζω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάκόβω κάτι με πριόνι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάφθείρω, υποσκάπτω, υπονομεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πριονίζω < μεσαιωνική ελληνική πριονίζω < ελληνιστική κοινή πριόνιον < αρχαία ελληνική πρίων

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπριονίζωπριονίζειςπριονίζειπριονίζουμεπριονίζετεπριονίζουν / πριονίζουνε
Παρατατικόςπριόνιζαπριόνιζεςπριόνιζεπριονίζαμεπριονίζατεπριονίζαν / πριονίζανε / πριόνιζαν
Αόριστοςπριόνισαπριόνισεςπριόνισεπριονίσαμεπριονίσατεπριονίσαν / πριονίσανε / πριόνισαν
Μέλλονταςθα πριονίζω / θα πριονίσωθα πριονίζεις / θα πριονίσειςθα πριονίζει / θα πριονίσειθα πριονίζουμε / θα πριονίσουμεθα πριονίζετε / θα πριονίσετεθα πριονίζουν / θα πριονίζουνε / θα πριονίσουν / θα πριονίσουνε
Παρακείμενοςέχω πριονίσειέχεις πριονίσειέχει πριονίσειέχουμε πριονίσειέχετε πριονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πριονίσειείχες πριονίσειείχε πριονίσειείχαμε πριονίσει——
Υποτακτικήνα έχω πριονίσει / να πριονίζω / να πριονίσωνα έχεις πριονίσει / να πριονίζεις / να πριονίσειςνα έχει πριονίσει / να πριονίζει / να πριονίσεινα έχουμε πριονίσει / να πριονίζουμε / να πριονίσουμενα έχετε πριονίσει / να πριονίζετε / να πριονίσετενα πριονίζουν / να πριονίζουνε / να πριονίσουν / να πριονίσουνε
Προστακτική—πριόνιζε / πριόνισε——πριονίζετε / πριονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →