Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προαγωγή

/pɾo.a.ɣoˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προάγω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προάγω Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προάγω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προαγωγή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική προάγω < πρό + ἄγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροαγωγήπροαγωγές
Γενικήπροαγωγήςπροαγωγών
Αιτιατικήπροαγωγήπροαγωγές
Κλητικήπροαγωγήπροαγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →