Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποβιβασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποβιβάζω Βικιλεξικό
  2. πτώση ηθική ή αξιολογική Βικιλεξικό
    • Ανησυχούμε για τον υποβιβασμό της παιδείας.
  3. τοποθέτηση ενός ατόμου, ομάδας, πράγματος κ.λπ. σε κατώτερη θέση Βικιλεξικό
    • Το αθλητικό δικαστήριο αποφάσισε τον υποβιβασμό της ομάδας στην Δ΄ Κατηγορία λόγω του σκανδάλου των πουλημένων αγώνων.

Ετυμολογία

υποβιβασμός < (ελληνιστική κοινή) (=μετάβαση προς τα κάτω) < ὑποβιβάζω < ὑπό + βιβάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποβιβασμόςυποβιβασμοί
Γενικήυποβιβασμούυποβιβασμών
Αιτιατικήυποβιβασμόυποβιβασμούς
Κλητικήυποβιβασμέυποβιβασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →