προαισθάνομαι
•
- αισθάνομαι εκ των προτέρων κάτι που πρόκειται να συμβεί, προβλέπω, διαισθάνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προαισθάνομαι < αρχαία ελληνική προαισθάνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προαισθάνομαι | προαισθάνεσαι | προαισθάνεται | προαισθανόμαστε | προαισθάνεστε | προαισθάνονται |
| Παρατατικός | προαισθανόμουν / προαισθανόμουνα | προαισθανόσουν / προαισθανόσουνα | προαισθανόταν / προαισθανότανε | προαισθανόμασταν / προαισθανόμαστε | προαισθανόσασταν / προαισθανόσαστε | προαισθάνονταν / προαισθανόντουσαν |
| Αόριστος | προαισθάνθηκα | προαισθάνθηκες | προαισθάνθηκε | προαισθανθήκαμε | προαισθανθήκατε | προαισθάνθηκαν / προαισθανθήκαν / προαισθανθήκανε |
| Μέλλοντας | θα προαισθάνομαι / θα προαισθανθώ | θα προαισθάνεσαι / θα προαισθανθείς | θα προαισθάνεται / θα προαισθανθεί | θα προαισθανθούμε / θα προαισθανόμαστε | θα προαισθάνεστε / θα προαισθανθείτε | θα προαισθάνονται / θα προαισθανθούν / θα προαισθανθούνε |
| Παρακείμενος | έχω προαισθανθεί | έχεις προαισθανθεί | έχει προαισθανθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προαισθανθεί | είχες προαισθανθεί | είχε προαισθανθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προαισθανθεί / να προαισθάνομαι / να προαισθανθώ | να έχεις προαισθανθεί / να προαισθάνεσαι / να προαισθανθείς | να έχει προαισθανθεί / να προαισθάνεται / να προαισθανθεί | να προαισθανθούμε / να προαισθανόμαστε | να προαισθάνεστε / να προαισθανθείτε | να προαισθάνονται / να προαισθανθούν / να προαισθανθούνε |
| Προστακτική | — | προαισθάνου / προαισθάνσου | — | — | προαισθάνεστε / προαισθανθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →