Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προαισθάνομαι

/pɾo.eˈsθa.no.me/ρήμα
•
  1. αισθάνομαι εκ των προτέρων κάτι που πρόκειται να συμβεί, προβλέπω, διαισθάνομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προαισθάνομαι < αρχαία ελληνική προαισθάνομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροαισθάνομαιπροαισθάνεσαιπροαισθάνεταιπροαισθανόμαστεπροαισθάνεστεπροαισθάνονται
Παρατατικόςπροαισθανόμουν / προαισθανόμουναπροαισθανόσουν / προαισθανόσουναπροαισθανόταν / προαισθανότανεπροαισθανόμασταν / προαισθανόμαστεπροαισθανόσασταν / προαισθανόσαστεπροαισθάνονταν / προαισθανόντουσαν
Αόριστοςπροαισθάνθηκαπροαισθάνθηκεςπροαισθάνθηκεπροαισθανθήκαμεπροαισθανθήκατεπροαισθάνθηκαν / προαισθανθήκαν / προαισθανθήκανε
Μέλλονταςθα προαισθάνομαι / θα προαισθανθώθα προαισθάνεσαι / θα προαισθανθείςθα προαισθάνεται / θα προαισθανθείθα προαισθανθούμε / θα προαισθανόμαστεθα προαισθάνεστε / θα προαισθανθείτεθα προαισθάνονται / θα προαισθανθούν / θα προαισθανθούνε
Παρακείμενοςέχω προαισθανθείέχεις προαισθανθείέχει προαισθανθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα προαισθανθείείχες προαισθανθείείχε προαισθανθεί———
Υποτακτικήνα έχω προαισθανθεί / να προαισθάνομαι / να προαισθανθώνα έχεις προαισθανθεί / να προαισθάνεσαι / να προαισθανθείςνα έχει προαισθανθεί / να προαισθάνεται / να προαισθανθείνα προαισθανθούμε / να προαισθανόμαστενα προαισθάνεστε / να προαισθανθείτενα προαισθάνονται / να προαισθανθούν / να προαισθανθούνε
Προστακτική—προαισθάνου / προαισθάνσου——προαισθάνεστε / προαισθανθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →