προανάκριση
•
- νομικός όροςπροκαταρκτική ανάκριση για να διαπιστωθεί αν μια πράξη είναι αξιόποινη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προανάκριση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προανάκρισις. Μορφολογικά αναλύεται σε προανακρί(νω) + -σις < προανακρί(νω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προανάκριση | προανακρίσεις |
| Γενική | προανάκρισης | προανακρίσεων |
| Αιτιατική | προανάκριση | προανακρίσεις |
| Κλητική | προανάκριση | προανακρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →