Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προανάκριση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςπροκαταρκτική ανάκριση για να διαπιστωθεί αν μια πράξη είναι αξιόποινη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προανάκριση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προανάκρισις. Μορφολογικά αναλύεται σε προανακρί(νω) + -σις < προανακρί(νω) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροανάκρισηπροανακρίσεις
Γενικήπροανάκρισηςπροανακρίσεων
Αιτιατικήπροανάκρισηπροανακρίσεις
Κλητικήπροανάκρισηπροανακρίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →