προασκώ
•
- λόγιοκάνω προάσκηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προασκώ < αρχαία ελληνική προασκέω / προασκῶ < ἀσκέω / ἀσκῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προασκώ | προασκείς | προασκεί | προασκούμε | προασκείτε | προασκούν / προασκούνε |
| Παρατατικός | προασκούσα | προασκούσες | προασκούσε | προασκούσαμε | προασκούσατε | προασκούσαν / προασκούσανε |
| Αόριστος | προάσκησα | προάσκησες | προάσκησε | προασκήσαμε | προασκήσατε | προάσκησαν / προασκήσαν / προασκήσανε |
| Μέλλοντας | θα προασκήσω / θα προασκώ | θα προασκήσεις / θα προασκείς | θα προασκήσει / θα προασκεί | θα προασκήσουμε / θα προασκούμε | θα προασκήσετε / θα προασκείτε | θα προασκήσουν / θα προασκήσουνε / θα προασκούν / θα προασκούνε |
| Παρακείμενος | έχω προασκήσει | έχεις προασκήσει | έχει προασκήσει | έχουμε προασκήσει | έχετε προασκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προασκήσει | είχες προασκήσει | είχε προασκήσει | είχαμε προασκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προασκήσει / να προασκήσω / να προασκώ | να έχεις προασκήσει / να προασκήσεις / να προασκείς | να έχει προασκήσει / να προασκήσει / να προασκεί | να έχουμε προασκήσει / να προασκήσουμε / να προασκούμε | να έχετε προασκήσει / να προασκήσετε / να προασκείτε | να προασκήσουν / να προασκήσουνε / να προασκούν / να προασκούνε |
| Προστακτική | — | προάσκει / προάσκησε | — | — | προασκήστε / προασκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →