Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προαυλίζομαι

ρήμα
•
  1. λόγιοβγαίνω από κάποιον κλειστό χώρο στην αυλή ενός κτηρίου, στο προαύλιο Βικιλεξικό
    • Μένει 23 ώρες το 24ωρο σ’ ένα μικρό κελί, επιτρέπεται να βγαίνει μία ώρα τη μέρα για να προαυλίζεται μόνος του σε περιορισμένο χώρο και να ασκείται τρεις φορές την εβδομάδα. (Εφημερίδα των Συντακτών, 10/6/2015)

Ετυμολογία

προαυλίζομαι < ελληνιστική κοινή προαυλίζομαι ή προαύλιο + -ίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροαυλίζομαιπροαυλίζεσαιπροαυλίζεταιπροαυλιζόμαστεπροαυλίζεστεπροαυλίζονται
Παρατατικόςπροαυλιζόμουν / προαυλιζόμουναπροαυλιζόσουν / προαυλιζόσουναπροαυλιζόταν / προαυλιζότανεπροαυλιζόμασταν / προαυλιζόμαστεπροαυλιζόσασταν / προαυλιζόσαστεπροαυλίζονταν / προαυλιζόντουσαν
Αόριστοςπροαυλίστηκαπροαυλίστηκεςπροαυλίστηκεπροαυλιστήκαμεπροαυλιστήκατεπροαυλίστηκαν / προαυλιστήκαν / προαυλιστήκανε
Μέλλονταςθα προαυλίζομαι / θα προαυλιστώθα προαυλίζεσαι / θα προαυλιστείςθα προαυλίζεται / θα προαυλιστείθα προαυλιζόμαστε / θα προαυλιστούμεθα προαυλίζεστε / θα προαυλιστείτεθα προαυλίζονται / θα προαυλιστούν / θα προαυλιστούνε
Παρακείμενοςέχω προαυλιστείέχεις προαυλιστείέχει προαυλιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα προαυλιστείείχες προαυλιστείείχε προαυλιστεί———
Υποτακτικήνα έχω προαυλιστεί / να προαυλίζομαι / να προαυλιστώνα έχεις προαυλιστεί / να προαυλίζεσαι / να προαυλιστείςνα έχει προαυλιστεί / να προαυλίζεται / να προαυλιστείνα προαυλιζόμαστε / να προαυλιστούμενα προαυλίζεστε / να προαυλιστείτενα προαυλίζονται / να προαυλιστούν / να προαυλιστούνε
Προστακτική—προαυλίζου / προαυλίσου——προαυλίζεστε / προαυλιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →