Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προαύλιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το προαύλιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προαύλιος < ελληνιστική κοινή προαύλιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροαύλιοςπροαύλιαπροαύλιο
Γενικήπροαύλιουπροαύλιαςπροαύλιου
Αιτιατικήπροαύλιοπροαύλιαπροαύλιο
Κλητικήπροαύλιεπροαύλιαπροαύλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροαύλιοιπροαύλιεςπροαύλια
Γενικήπροαύλιωνπροαύλιωνπροαύλιων
Αιτιατικήπροαύλιουςπροαύλιεςπροαύλια
Κλητικήπροαύλιοιπροαύλιεςπροαύλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →