προβιβάζω
•
- τοποθετώ στην επόμενη ανώτερη (ιεραρχικά) θέση ή βαθμίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβιβάζω < αρχαία ελληνική προβιβάζω < πρό + βιβάζω < βαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική promouvoir)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προβιβάζω | προβιβάζεις | προβιβάζει | προβιβάζουμε | προβιβάζετε | προβιβάζουν / προβιβάζουνε |
| Παρατατικός | προβίβαζα | προβίβαζες | προβίβαζε | προβιβάζαμε | προβιβάζατε | προβίβαζαν / προβιβάζαν / προβιβάζανε |
| Αόριστος | προβίβασα | προβίβασες | προβίβασε | προβιβάσαμε | προβιβάσατε | προβίβασαν / προβιβάσαν / προβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα προβιβάζω / θα προβιβάσω | θα προβιβάζεις / θα προβιβάσεις | θα προβιβάζει / θα προβιβάσει | θα προβιβάζουμε / θα προβιβάσουμε | θα προβιβάζετε / θα προβιβάσετε | θα προβιβάζουν / θα προβιβάζουνε / θα προβιβάσουν / θα προβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προβιβάσει | έχεις προβιβάσει | έχει προβιβάσει | έχουμε προβιβάσει | έχετε προβιβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προβιβάσει | είχες προβιβάσει | είχε προβιβάσει | είχαμε προβιβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προβιβάσει / να προβιβάζω / να προβιβάσω | να έχεις προβιβάσει / να προβιβάζεις / να προβιβάσεις | να έχει προβιβάσει / να προβιβάζει / να προβιβάσει | να έχουμε προβιβάσει / να προβιβάζουμε / να προβιβάσουμε | να έχετε προβιβάσει / να προβιβάζετε / να προβιβάσετε | να προβιβάζουν / να προβιβάζουνε / να προβιβάσουν / να προβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | προβίβαζε / προβίβασε | — | — | προβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →