προβιβαστικός
•
- που έχει σχέση με προβιβασμό, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβιβαστικός < προβιβάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προβιβαστικός | προβιβαστική | προβιβαστικό |
| Γενική | προβιβαστικού | προβιβαστικής | προβιβαστικού |
| Αιτιατική | προβιβαστικό | προβιβαστική | προβιβαστικό |
| Κλητική | προβιβαστικέ | προβιβαστική | προβιβαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προβιβαστικοί | προβιβαστικές | προβιβαστικά |
| Γενική | προβιβαστικών | προβιβαστικών | προβιβαστικών |
| Αιτιατική | προβιβαστικούς | προβιβαστικές | προβιβαστικά |
| Κλητική | προβιβαστικοί | προβιβαστικές | προβιβαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →