προβλεπτικότητα
•
- το να είναι κάποιος προβλεπτικός, η ικανότητα ή η ιδιότητα του προβλεπτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβλεπτικότητα < προβλεπτικός + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prévoyance)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβλεπτικότητα | προβλεπτικότητες |
| Γενική | προβλεπτικότητας | προβλεπτικοτήτων |
| Αιτιατική | προβλεπτικότητα | προβλεπτικότητες |
| Κλητική | προβλεπτικότητα | προβλεπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →