προβληματίζομαι
•
- σκέφτομαι και εξετάζω ενδελεχώς ένα θέμα, με απασχολεί και προσπαθώ να βρω λύσεις ή να βγάλω κάποια συμπεράσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβληματίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος προβληματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προβληματίζομαι | προβληματίζεσαι | προβληματίζεται | προβληματιζόμαστε | προβληματίζεστε | προβληματίζονται |
| Παρατατικός | προβληματιζόμουν / προβληματιζόμουνα | προβληματιζόσουν / προβληματιζόσουνα | προβληματιζόταν / προβληματιζότανε | προβληματιζόμασταν / προβληματιζόμαστε | προβληματιζόσασταν / προβληματιζόσαστε | προβληματίζονταν / προβληματιζόντουσαν |
| Αόριστος | προβληματίστηκα | προβληματίστηκες | προβληματίστηκε | προβληματιστήκαμε | προβληματιστήκατε | προβληματίστηκαν / προβληματιστήκαν / προβληματιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα προβληματίζομαι / θα προβληματιστώ | θα προβληματίζεσαι / θα προβληματιστείς | θα προβληματίζεται / θα προβληματιστεί | θα προβληματιζόμαστε / θα προβληματιστούμε | θα προβληματίζεστε / θα προβληματιστείτε | θα προβληματίζονται / θα προβληματιστούν / θα προβληματιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω προβληματιστεί | έχεις προβληματιστεί | έχει προβληματιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προβληματιστεί | είχες προβληματιστεί | είχε προβληματιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προβληματιστεί / να προβληματίζομαι / να προβληματιστώ | να έχεις προβληματιστεί / να προβληματίζεσαι / να προβληματιστείς | να έχει προβληματιστεί / να προβληματίζεται / να προβληματιστεί | να προβληματιζόμαστε / να προβληματιστούμε | να προβληματίζεστε / να προβληματιστείτε | να προβληματίζονται / να προβληματιστούν / να προβληματιστούνε |
| Προστακτική | — | προβληματίζου / προβληματίσου | — | — | προβληματίζεστε / προβληματιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →