Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προβληματίζομαι

ρήμα
•
  1. σκέφτομαι και εξετάζω ενδελεχώς ένα θέμα, με απασχολεί και προσπαθώ να βρω λύσεις ή να βγάλω κάποια συμπεράσματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προβληματίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος προβληματίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροβληματίζομαιπροβληματίζεσαιπροβληματίζεταιπροβληματιζόμαστεπροβληματίζεστεπροβληματίζονται
Παρατατικόςπροβληματιζόμουν / προβληματιζόμουναπροβληματιζόσουν / προβληματιζόσουναπροβληματιζόταν / προβληματιζότανεπροβληματιζόμασταν / προβληματιζόμαστεπροβληματιζόσασταν / προβληματιζόσαστεπροβληματίζονταν / προβληματιζόντουσαν
Αόριστοςπροβληματίστηκαπροβληματίστηκεςπροβληματίστηκεπροβληματιστήκαμεπροβληματιστήκατεπροβληματίστηκαν / προβληματιστήκαν / προβληματιστήκανε
Μέλλονταςθα προβληματίζομαι / θα προβληματιστώθα προβληματίζεσαι / θα προβληματιστείςθα προβληματίζεται / θα προβληματιστείθα προβληματιζόμαστε / θα προβληματιστούμεθα προβληματίζεστε / θα προβληματιστείτεθα προβληματίζονται / θα προβληματιστούν / θα προβληματιστούνε
Παρακείμενοςέχω προβληματιστείέχεις προβληματιστείέχει προβληματιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα προβληματιστείείχες προβληματιστείείχε προβληματιστεί———
Υποτακτικήνα έχω προβληματιστεί / να προβληματίζομαι / να προβληματιστώνα έχεις προβληματιστεί / να προβληματίζεσαι / να προβληματιστείςνα έχει προβληματιστεί / να προβληματίζεται / να προβληματιστείνα προβληματιζόμαστε / να προβληματιστούμενα προβληματίζεστε / να προβληματιστείτενα προβληματίζονται / να προβληματιστούν / να προβληματιστούνε
Προστακτική—προβληματίζου / προβληματίσου——προβληματίζεστε / προβληματιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →