Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προβληματίζω

ρήμα
•
  1. προκαλώ προβληματισμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προβληματίζω < μεσαιωνική ελληνική προβληματίζομαι < αρχαία ελληνική πρόβλημα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροβληματίζωπροβληματίζειςπροβληματίζειπροβληματίζουμεπροβληματίζετεπροβληματίζουν / προβληματίζουνε
Παρατατικόςπροβλημάτιζαπροβλημάτιζεςπροβλημάτιζεπροβληματίζαμεπροβληματίζατεπροβλημάτιζαν / προβληματίζαν / προβληματίζανε
Αόριστοςπροβλημάτισαπροβλημάτισεςπροβλημάτισεπροβληματίσαμεπροβληματίσατεπροβλημάτισαν / προβληματίσαν / προβληματίσανε
Μέλλονταςθα προβληματίζω / θα προβληματίσωθα προβληματίζεις / θα προβληματίσειςθα προβληματίζει / θα προβληματίσειθα προβληματίζουμε / θα προβληματίσουμεθα προβληματίζετε / θα προβληματίσετεθα προβληματίζουν / θα προβληματίζουνε / θα προβληματίσουν / θα προβληματίσουνε
Παρακείμενοςέχω προβληματίσειέχεις προβληματίσειέχει προβληματίσειέχουμε προβληματίσειέχετε προβληματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προβληματίσειείχες προβληματίσειείχε προβληματίσειείχαμε προβληματίσει——
Υποτακτικήνα έχω προβληματίσει / να προβληματίζω / να προβληματίσωνα έχεις προβληματίσει / να προβληματίζεις / να προβληματίσειςνα έχει προβληματίσει / να προβληματίζει / να προβληματίσεινα έχουμε προβληματίσει / να προβληματίζουμε / να προβληματίσουμενα έχετε προβληματίσει / να προβληματίζετε / να προβληματίσετενα προβληματίζουν / να προβληματίζουνε / να προβληματίσουν / να προβληματίσουνε
Προστακτική—προβλημάτιζε / προβλημάτισε——προβληματίζετε / προβληματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →