προβληματίζω
•
- προκαλώ προβληματισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβληματίζω < μεσαιωνική ελληνική προβληματίζομαι < αρχαία ελληνική πρόβλημα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προβληματίζω | προβληματίζεις | προβληματίζει | προβληματίζουμε | προβληματίζετε | προβληματίζουν / προβληματίζουνε |
| Παρατατικός | προβλημάτιζα | προβλημάτιζες | προβλημάτιζε | προβληματίζαμε | προβληματίζατε | προβλημάτιζαν / προβληματίζαν / προβληματίζανε |
| Αόριστος | προβλημάτισα | προβλημάτισες | προβλημάτισε | προβληματίσαμε | προβληματίσατε | προβλημάτισαν / προβληματίσαν / προβληματίσανε |
| Μέλλοντας | θα προβληματίζω / θα προβληματίσω | θα προβληματίζεις / θα προβληματίσεις | θα προβληματίζει / θα προβληματίσει | θα προβληματίζουμε / θα προβληματίσουμε | θα προβληματίζετε / θα προβληματίσετε | θα προβληματίζουν / θα προβληματίζουνε / θα προβληματίσουν / θα προβληματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προβληματίσει | έχεις προβληματίσει | έχει προβληματίσει | έχουμε προβληματίσει | έχετε προβληματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προβληματίσει | είχες προβληματίσει | είχε προβληματίσει | είχαμε προβληματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προβληματίσει / να προβληματίζω / να προβληματίσω | να έχεις προβληματίσει / να προβληματίζεις / να προβληματίσεις | να έχει προβληματίσει / να προβληματίζει / να προβληματίσει | να έχουμε προβληματίσει / να προβληματίζουμε / να προβληματίσουμε | να έχετε προβληματίσει / να προβληματίζετε / να προβληματίσετε | να προβληματίζουν / να προβληματίζουνε / να προβληματίσουν / να προβληματίσουνε |
| Προστακτική | — | προβλημάτιζε / προβλημάτισε | — | — | προβληματίζετε / προβληματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →