Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προβληματισμός

/pɾo.vli.ma.tiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβληματίζομαι Βικιλεξικό
    • Στις αρχαίες κοινωνίες η κτιστή Φύση λατρευόταν ως θεός, γιατί ο άνθρωπος δεν είχε κατορθώσει να τη δαμάσει. Σήμερα κυριαρχεί η πίστη στην παντοδυναμία της τεχνολογίας. Ο τεχνολογισμός προκαλεί νέους ηθικούς προβληματισμούς που δεν αφορούν μόνο το φυσικό περιβάλλον, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο. (Κωνσταντίνος Λιάκουρας, Αθανάσιος Γλάρος, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες και Θεολόγοι της Εκκλησίας, τεύχος B΄, Γ´ Εκκλησιαστικού Γυμνασίου, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, αναθεωρημένη έκδοση 51-00009, ISBN 978-960-06-6218-4, ανακτήθηκε στις 18/1/2026 http://ebooks.edu.gr/ebooks/d/8547/5443/51-0004-01_Pateres-kai-Theologoi-tis-Ekklisias_G-Ekklisiastikou-Gymnasiou_Vivlio-Mathiti.pdf)

Ετυμολογία

προβληματισμός < προβληματίζομαι + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροβληματισμόςπροβληματισμοί
Γενικήπροβληματισμούπροβληματισμών
Αιτιατικήπροβληματισμόπροβληματισμούς
Κλητικήπροβληματισμέπροβληματισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →