Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προβολή

/pɾo.voˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προβάλλω Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάη απεικόνιση γεωμετρικών σχημάτων πάνω σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
  3. βάσεις δεδομένωνβλ. συνώνυμο κατακόρυφη επιλογή Βικιλεξικό
    • μπορούμε να συνδυάσουμε πράξεις επιλογής και προβολής για να διατυπώσουμε πιο περίπλοκα ερωτήματα.
  4. πληροφορικήσυνώνυμο του απεικόνιση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προβολή < αρχαία ελληνική προβολή < προβάλλω < προ- + βάλλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροβολήπροβολές
Γενικήπροβολήςπροβολών
Αιτιατικήπροβολήπροβολές
Κλητικήπροβολήπροβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →