προβολή
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προβάλλω Βικιλεξικό
- μαθηματικάη απεικόνιση γεωμετρικών σχημάτων πάνω σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνβλ. συνώνυμο κατακόρυφη επιλογή Βικιλεξικό
- μπορούμε να συνδυάσουμε πράξεις επιλογής και προβολής για να διατυπώσουμε πιο περίπλοκα ερωτήματα.
- πληροφορικήσυνώνυμο του απεικόνιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβολή < αρχαία ελληνική προβολή < προβάλλω < προ- + βάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβολή | προβολές |
| Γενική | προβολής | προβολών |
| Αιτιατική | προβολή | προβολές |
| Κλητική | προβολή | προβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →