Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προβάλλω

/pɾoˈva.lo/ρήμα
•
  1. αμετάβατοεμφανίζομαι, παρουσιάζομαι Βικιλεξικό
    • Και να σου προβάλλει μέσα από τη θάλασσα σα λυγερόκορμη Αφροδίτη.
  2. μεταβατικόμετακινώ κάτι προς τα εμπρός ή προς τα έξω Βικιλεξικό
  3. μεταβατικόδείχνω σε μια οθόνη εικόνες χρησιμοποιώντας ειδικό μηχάνημα (προβολέα) Βικιλεξικό
    • Το θέμα που ετοίμαζα τόσο καιρό θα προβληθεί σήμερα στο συμπόσιο πάνω σε διαδραστική οθόνη.
  4. μεταβατικόδίνω μεγάλη δημοσιότητα (προβολή) σε κάτι Βικιλεξικό
    • Οι εργαζόμενοι προσπαθούν να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους και να προβάλλουν τον αγώνα τους στην τηλεόραση.
  5. μεταβατικόδιατυπώνω με τον λόγο ή εκφράζω με τις ενέργειές μου τη θέση μου στη διάρκεια ενός διαλόγου ή μιας αντιπαράθεσης Βικιλεξικό
    • ο συνομιλητής μου προέβαλε το εξής αντεπιχείρημα...

Ετυμολογία

προβάλλω < :* σημασία: «εμφανίζομαι» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική προβάλλω < (πρό) προ- + βάλλω (βάζω κάτι μπροστα) :* νεότερες σημασίες: < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προβάλλω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική projeter ή από την αγγλική project

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροβάλλωπροβάλλειςπροβάλλειπροβάλλουμεπροβάλλετεπροβάλλουν / προβάλλουνε
Παρατατικόςπρόβαλλαπρόβαλλεςπρόβαλλεπροβάλλαμεπροβάλλατεπρόβαλλαν / προβάλλαν / προβάλλανε
Αόριστοςπρόβαλαπρόβαλεςπρόβαλεπροβάλαμεπροβάλατεπροβάλαν / προβάλανε / πρόβαλαν
Μέλλονταςθα προβάλλω / θα προβάλωθα προβάλεις / θα προβάλλειςθα προβάλει / θα προβάλλειθα προβάλλουμε / θα προβάλουμεθα προβάλετε / θα προβάλλετεθα προβάλλουν / θα προβάλλουνε / θα προβάλουν / θα προβάλουνε
Παρακείμενοςέχω προβάλειέχεις προβάλειέχει προβάλειέχουμε προβάλειέχετε προβάλει—
Υπερσυντέλικοςείχα προβάλειείχες προβάλειείχε προβάλειείχαμε προβάλει——
Υποτακτικήνα έχω προβάλει / να προβάλλω / να προβάλωνα έχεις προβάλει / να προβάλεις / να προβάλλειςνα έχει προβάλει / να προβάλει / να προβάλλεινα έχουμε προβάλει / να προβάλλουμε / να προβάλουμενα έχετε προβάλει / να προβάλετε / να προβάλλετενα προβάλλουν / να προβάλλουνε / να προβάλουν / να προβάλουνε
Προστακτική—πρόβαλε / πρόβαλλε——προβάλλετε / προβάλτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →