προβάλλω
•
- αμετάβατοεμφανίζομαι, παρουσιάζομαι Βικιλεξικό
- Και να σου προβάλλει μέσα από τη θάλασσα σα λυγερόκορμη Αφροδίτη.
- μεταβατικόμετακινώ κάτι προς τα εμπρός ή προς τα έξω Βικιλεξικό
- μεταβατικόδείχνω σε μια οθόνη εικόνες χρησιμοποιώντας ειδικό μηχάνημα (προβολέα) Βικιλεξικό
- Το θέμα που ετοίμαζα τόσο καιρό θα προβληθεί σήμερα στο συμπόσιο πάνω σε διαδραστική οθόνη.
- μεταβατικόδίνω μεγάλη δημοσιότητα (προβολή) σε κάτι Βικιλεξικό
- Οι εργαζόμενοι προσπαθούν να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους και να προβάλλουν τον αγώνα τους στην τηλεόραση.
- μεταβατικόδιατυπώνω με τον λόγο ή εκφράζω με τις ενέργειές μου τη θέση μου στη διάρκεια ενός διαλόγου ή μιας αντιπαράθεσης Βικιλεξικό
- ο συνομιλητής μου προέβαλε το εξής αντεπιχείρημα...
Ετυμολογία
προβάλλω < :* σημασία: «εμφανίζομαι» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική προβάλλω < (πρό) προ- + βάλλω (βάζω κάτι μπροστα) :* νεότερες σημασίες: < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προβάλλω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική projeter ή από την αγγλική project
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προβάλλω | προβάλλεις | προβάλλει | προβάλλουμε | προβάλλετε | προβάλλουν / προβάλλουνε |
| Παρατατικός | πρόβαλλα | πρόβαλλες | πρόβαλλε | προβάλλαμε | προβάλλατε | πρόβαλλαν / προβάλλαν / προβάλλανε |
| Αόριστος | πρόβαλα | πρόβαλες | πρόβαλε | προβάλαμε | προβάλατε | προβάλαν / προβάλανε / πρόβαλαν |
| Μέλλοντας | θα προβάλλω / θα προβάλω | θα προβάλεις / θα προβάλλεις | θα προβάλει / θα προβάλλει | θα προβάλλουμε / θα προβάλουμε | θα προβάλετε / θα προβάλλετε | θα προβάλλουν / θα προβάλλουνε / θα προβάλουν / θα προβάλουνε |
| Παρακείμενος | έχω προβάλει | έχεις προβάλει | έχει προβάλει | έχουμε προβάλει | έχετε προβάλει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προβάλει | είχες προβάλει | είχε προβάλει | είχαμε προβάλει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προβάλει / να προβάλλω / να προβάλω | να έχεις προβάλει / να προβάλεις / να προβάλλεις | να έχει προβάλει / να προβάλει / να προβάλλει | να έχουμε προβάλει / να προβάλλουμε / να προβάλουμε | να έχετε προβάλει / να προβάλετε / να προβάλλετε | να προβάλλουν / να προβάλλουνε / να προβάλουν / να προβάλουνε |
| Προστακτική | — | πρόβαλε / πρόβαλλε | — | — | προβάλλετε / προβάλτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →