προβολικός
•
- που έχει σχέση με την προβολή ή τον προβολέα, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβολικός < προβολή / προβολέας + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική projectif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προβολικός | προβολική | προβολικό |
| Γενική | προβολικού | προβολικής | προβολικού |
| Αιτιατική | προβολικό | προβολική | προβολικό |
| Κλητική | προβολικέ | προβολική | προβολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προβολικοί | προβολικές | προβολικά |
| Γενική | προβολικών | προβολικών | προβολικών |
| Αιτιατική | προβολικούς | προβολικές | προβολικά |
| Κλητική | προβολικοί | προβολικές | προβολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →