προγονολατρικός
•
- που έχει σχέση με τον προγονολάτρη ή την προγονολατρία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προγονολατρικός < προγονολάτρης / προγονολατρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προγονολατρικός | προγονολατρική | προγονολατρικό |
| Γενική | προγονολατρικού | προγονολατρικής | προγονολατρικού |
| Αιτιατική | προγονολατρικό | προγονολατρική | προγονολατρικό |
| Κλητική | προγονολατρικέ | προγονολατρική | προγονολατρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προγονολατρικοί | προγονολατρικές | προγονολατρικά |
| Γενική | προγονολατρικών | προγονολατρικών | προγονολατρικών |
| Αιτιατική | προγονολατρικούς | προγονολατρικές | προγονολατρικά |
| Κλητική | προγονολατρικοί | προγονολατρικές | προγονολατρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →