Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προγονολατρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον προγονολάτρη ή την προγονολατρία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προγονολατρικός < προγονολάτρης / προγονολατρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρογονολατρικόςπρογονολατρικήπρογονολατρικό
Γενικήπρογονολατρικούπρογονολατρικήςπρογονολατρικού
Αιτιατικήπρογονολατρικόπρογονολατρικήπρογονολατρικό
Κλητικήπρογονολατρικέπρογονολατρικήπρογονολατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρογονολατρικοίπρογονολατρικέςπρογονολατρικά
Γενικήπρογονολατρικώνπρογονολατρικώνπρογονολατρικών
Αιτιατικήπρογονολατρικούςπρογονολατρικέςπρογονολατρικά
Κλητικήπρογονολατρικοίπρογονολατρικέςπρογονολατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →