προγυμνάζω
•
- λόγιοκάνω σε κάποιον μαθητή (ιδιαίτερα) μαθήματα, ώστε να τον προετοιμάσω για εξετάσεις Βικιλεξικό
- αθλητισμόςασκώ κάποιον στη γυμναστική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προγυμνάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προγυμνάζω < προ- + γυμνάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προγυμνάζω | προγυμνάζεις | προγυμνάζει | προγυμνάζουμε | προγυμνάζετε | προγυμνάζουν / προγυμνάζουνε |
| Παρατατικός | προγύμναζα | προγύμναζες | προγύμναζε | προγυμνάζαμε | προγυμνάζατε | προγυμνάζαν / προγυμνάζανε / προγύμναζαν |
| Αόριστος | προγύμνασα | προγύμνασες | προγύμνασε | προγυμνάσαμε | προγυμνάσατε | προγυμνάσαν / προγυμνάσανε / προγύμνασαν |
| Μέλλοντας | θα προγυμνάζω / θα προγυμνάσω | θα προγυμνάζεις / θα προγυμνάσεις | θα προγυμνάζει / θα προγυμνάσει | θα προγυμνάζουμε / θα προγυμνάσουμε | θα προγυμνάζετε / θα προγυμνάσετε | θα προγυμνάζουν / θα προγυμνάζουνε / θα προγυμνάσουν / θα προγυμνάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προγυμνάσει | έχεις προγυμνάσει | έχει προγυμνάσει | έχουμε προγυμνάσει | έχετε προγυμνάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προγυμνάσει | είχες προγυμνάσει | είχε προγυμνάσει | είχαμε προγυμνάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προγυμνάσει / να προγυμνάζω / να προγυμνάσω | να έχεις προγυμνάσει / να προγυμνάζεις / να προγυμνάσεις | να έχει προγυμνάσει / να προγυμνάζει / να προγυμνάσει | να έχουμε προγυμνάσει / να προγυμνάζουμε / να προγυμνάσουμε | να έχετε προγυμνάσει / να προγυμνάζετε / να προγυμνάσετε | να προγυμνάζουν / να προγυμνάζουνε / να προγυμνάσουν / να προγυμνάσουνε |
| Προστακτική | — | προγύμναζε / προγύμνασε | — | — | προγυμνάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προγυμνάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →