προδημοσίευση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προδημοσιεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδημοσίευση < προδημοσιεύω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προδημοσίευση | προδημοσιεύσεις |
| Γενική | προδημοσίευσης | προδημοσιεύσεων |
| Αιτιατική | προδημοσίευση | προδημοσιεύσεις |
| Κλητική | προδημοσίευση | προδημοσιεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →