Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προδημοσιεύω

ρήμα
•
  1. δημοσιεύω πριν την τελική δημοσίευση ένα τμήμα ή το σύνολο της τελικής δημοσίευσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προδημοσιεύω < προ- + δημοσιεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροδημοσιεύωπροδημοσιεύειςπροδημοσιεύειπροδημοσιεύουμεπροδημοσιεύετεπροδημοσιεύουν / προδημοσιεύουνε
Παρατατικόςπροδημοσίευαπροδημοσίευεςπροδημοσίευεπροδημοσιεύαμεπροδημοσιεύατεπροδημοσίευαν / προδημοσιεύαν / προδημοσιεύανε
Αόριστοςπροδημοσίευσαπροδημοσίευσεςπροδημοσίευσεπροδημοσιεύσαμεπροδημοσιεύσατεπροδημοσίευσαν / προδημοσιεύσαν / προδημοσιεύσανε
Μέλλονταςθα προδημοσιεύσω / θα προδημοσιεύωθα προδημοσιεύεις / θα προδημοσιεύσειςθα προδημοσιεύει / θα προδημοσιεύσειθα προδημοσιεύουμε / θα προδημοσιεύσουμεθα προδημοσιεύετε / θα προδημοσιεύσετεθα προδημοσιεύουν / θα προδημοσιεύουνε / θα προδημοσιεύσουν / θα προδημοσιεύσουνε
Παρακείμενοςέχω προδημοσιεύσειέχεις προδημοσιεύσειέχει προδημοσιεύσειέχουμε προδημοσιεύσειέχετε προδημοσιεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προδημοσιεύσειείχες προδημοσιεύσειείχε προδημοσιεύσειείχαμε προδημοσιεύσει——
Υποτακτικήνα έχω προδημοσιεύσει / να προδημοσιεύσω / να προδημοσιεύωνα έχεις προδημοσιεύσει / να προδημοσιεύεις / να προδημοσιεύσειςνα έχει προδημοσιεύσει / να προδημοσιεύει / να προδημοσιεύσεινα έχουμε προδημοσιεύσει / να προδημοσιεύουμε / να προδημοσιεύσουμενα έχετε προδημοσιεύσει / να προδημοσιεύετε / να προδημοσιεύσετενα προδημοσιεύουν / να προδημοσιεύουνε / να προδημοσιεύσουν / να προδημοσιεύσουνε
Προστακτική—προδημοσίευε / προδημοσίευσε——προδημοσιεύετε / προδημοσιεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →