προδικασία
•
- νομικός όροςοι διαδικασίες (συλλογή αποδείξεων ή ενοχοποιητικών στοιχείων, ανάκριση κ.λπ.) που διενεργούνται από τις δικαστικές αρχές πριν από την εκδίκαση μιας υπόθεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδικασία < αρχαία ελληνική προδικασία < πρόδικος < προ + δίκη ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Vorverfahren)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προδικασία | προδικασίες |
| Γενική | προδικασίας | προδικασιών |
| Αιτιατική | προδικασία | προδικασίες |
| Κλητική | προδικασία | προδικασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →