προδικαστικός
•
- νομικός όροςπου έχει σχέση με την προδικασία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδικαστικός (μαρτυρείται από το 1833)< προδικασία + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préjudiciel)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προδικαστικός | προδικαστική | προδικαστικό |
| Γενική | προδικαστικού | προδικαστικής | προδικαστικού |
| Αιτιατική | προδικαστικό | προδικαστική | προδικαστικό |
| Κλητική | προδικαστικέ | προδικαστική | προδικαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προδικαστικοί | προδικαστικές | προδικαστικά |
| Γενική | προδικαστικών | προδικαστικών | προδικαστικών |
| Αιτιατική | προδικαστικούς | προδικαστικές | προδικαστικά |
| Κλητική | προδικαστικοί | προδικαστικές | προδικαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →