προεγγραφή
•
- η εκ των προτέρων εγγραφή σε κατάλογο, σε λίστα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεγγραφή < προ- + εγγραφή < ελληνιστική κοινή προεγγράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προεγγραφή | προεγγραφές |
| Γενική | προεγγραφής | προεγγραφών |
| Αιτιατική | προεγγραφή | προεγγραφές |
| Κλητική | προεγγραφή | προεγγραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →