Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προεδρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον πρόεδρο Βικιλεξικό
  2. αυτός που προέρχεται από τον πρόεδρο Βικιλεξικό
    • Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)

Ετυμολογία

προεδρικός < πρόεδρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροεδρικόςπροεδρικήπροεδρικό
Γενικήπροεδρικούπροεδρικήςπροεδρικού
Αιτιατικήπροεδρικόπροεδρικήπροεδρικό
Κλητικήπροεδρικέπροεδρικήπροεδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροεδρικοίπροεδρικέςπροεδρικά
Γενικήπροεδρικώνπροεδρικώνπροεδρικών
Αιτιατικήπροεδρικούςπροεδρικέςπροεδρικά
Κλητικήπροεδρικοίπροεδρικέςπροεδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →