Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προεπιλογέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαπρόγραμμα, μηχάνημα ή συσκευή που προεπιλέγει αυτόματα λειτουργίες, ρυθμίσεις κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. τηλεπικοινωνίεςπρόγραμμα ή κύκλωμα που συμβάλλει στην αυτόματη προεπιλογή ελεύθερης τηλεφωνικής γραμμής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προεπιλογέας < προ- + επιλογέας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική preselector ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική présélecteur)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροεπιλογέαςπροεπιλογείς
Γενικήπροεπιλογέαπροεπιλογέων
Αιτιατικήπροεπιλογέαπροεπιλογείς
Κλητικήπροεπιλογέαπροεπιλογείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →