προεπιλογέας
•
- τεχνολογίαπρόγραμμα, μηχάνημα ή συσκευή που προεπιλέγει αυτόματα λειτουργίες, ρυθμίσεις κ.λπ. Βικιλεξικό
- τηλεπικοινωνίεςπρόγραμμα ή κύκλωμα που συμβάλλει στην αυτόματη προεπιλογή ελεύθερης τηλεφωνικής γραμμής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεπιλογέας < προ- + επιλογέας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική preselector ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική présélecteur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προεπιλογέας | προεπιλογείς |
| Γενική | προεπιλογέα | προεπιλογέων |
| Αιτιατική | προεπιλογέα | προεπιλογείς |
| Κλητική | προεπιλογέα | προεπιλογείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →