επιλέγω
•
- διαλέγω Βικιλεξικό
- οι καταναλωτές καλούνται να επιλέξουν μέσα από μια πληθώρα προϊόντων
- ο λαός δικαιούται να επιλέξει όσους κρίνει άξιους να τον εκπροσωπήσουν στη Βουλή
- διαλέγω Βικιλεξικό
- ήρθε σε σύγκρουση με την οικογένειά της επιλέγοντας να γίνει πολιτικός
Ετυμολογία
επιλέγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιλέγω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + λέγω
Άλλοι τύποι
επέλεγαεπέλεξαεπελέγηνεπιλέγομαιεπιλέξωεπιλέχθηκαεπιλέχτηκαεπιλεγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →