προεστός
•
- ιστορίαχριστιανός τοπικός άρχοντας μιας περιοχής κατά την Τουρκοκρατία Βικιλεξικό
- Ἐκεῖνον τόν παλιόν καιρό, καί τό παλιό ζαμάνι, μ' εἶχεν ἡ χώρα προεστόν, μ' εἶχεν ἡ χώρα πρῶτον (Ν.Γ. Πολίτης, Λαογραφία, τόμος 1, Ἀκριτικά ἄσματα. Ὁ θάνατος τοῦ Διγενῆ, Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, 1909, σελ. 273. Καταγράφεται με τίτλο: Ηπείρου και γίνεται αναφορά στο: Αραβαντινού, σελ. 297, αρ. 495)
- επτανησιακό ιδίωμαο ηλικιωμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεστός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προεστώς, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προΐστημι < πρό + ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *stísteh₂- < *steh₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προεστός | προεστοί |
| Γενική | προεστού | προεστών |
| Αιτιατική | προεστό | προεστούς |
| Κλητική | προεστέ | προεστοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →