προθέρμανση
•
- για συσκευή ή μηχάνημαη εκ των προτέρων θέρμανση για επίτευξη καλύτερης λειτουργίας Βικιλεξικό
- για αθλητέςεκτέλεση ασκήσεων γυμναστικής πριν την εντατική προπόνηση για προετοιμασία του σώματος και αποφυγή τραυματισμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προθέρμανση < προ- + θέρμανση, ((διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προθέρμανσις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προθέρμανση | προθερμάνσεις |
| Γενική | προθέρμανσης | προθερμάνσεων |
| Αιτιατική | προθέρμανση | προθερμάνσεις |
| Κλητική | προθέρμανση | προθερμάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →