θερμαίνω
•
- ανεβάζω τη θερμοκρασία ενός πράγματος, ζεσταίνω Βικιλεξικό
- προσφέρω ζεστασιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάενισχύω, τονώνω Βικιλεξικό
- Τα βιβλία του που θερμαίνουν όχι μόνο τη νεανική φαντασία, μα και των ώριμων, είναι σαφώς προφητικά. (Έλλη Αλεξίου (1955) Ιούλιος Βερν [δοκίμιο])
Ετυμολογία
θερμαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θερμαίνω < θερμός + -αίνω (< θέρω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰer-mo- < *gʷʰer- (θερμός, ζεστός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θερμαίνω | θερμαίνεις | θερμαίνει | θερμαίνουμε | θερμαίνετε | θερμαίνουν / θερμαίνουνε |
| Παρατατικός | θέρμαινα | θέρμαινες | θέρμαινε | θερμαίναμε | θερμαίνατε | θέρμαιναν / θερμαίναν / θερμαίνανε |
| Αόριστος | θέρμανα | θέρμανες | θέρμανε | θερμάναμε | θερμάνατε | θέρμαναν / θερμάναν / θερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα θερμάνω / θα θερμαίνω | θα θερμάνεις / θα θερμαίνεις | θα θερμάνει / θα θερμαίνει | θα θερμάνουμε / θα θερμαίνουμε | θα θερμάνετε / θα θερμαίνετε | θα θερμάνουν / θα θερμάνουνε / θα θερμαίνουν / θα θερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω θερμάνει | έχεις θερμάνει | έχει θερμάνει | έχουμε θερμάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θερμάνει | είχες θερμάνει | είχε θερμάνει | είχαμε θερμάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θερμάνει / να θερμάνω / να θερμαίνω | να έχεις θερμάνει / να θερμάνεις / να θερμαίνεις | να έχει θερμάνει / να θερμάνει / να θερμαίνει | να έχουμε θερμάνει / να θερμάνουμε / να θερμαίνουμε | να θερμάνετε / να θερμαίνετε | να θερμάνουν / να θερμάνουνε / να θερμαίνουν / να θερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | θέρμαινε / θέρμανε | — | — | θερμάνετε / θερμαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θερμάνθηκαθερμαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →