προθανάτιος
•
- που γίνεται πριν από τον θάνατο, που συμβαίνει σ’ αυτή τη χρονική περίοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προθανάτιος < προ- + θάνατος + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προθανάτιος | προθανάτιη | προθανάτιο |
| Γενική | προθανάτιου | προθανάτιης | προθανάτιου |
| Αιτιατική | προθανάτιο | προθανάτιη | προθανάτιο |
| Κλητική | προθανάτιε | προθανάτιη | προθανάτιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προθανάτιοι | προθανάτιες | προθανάτια |
| Γενική | προθανάτιων | προθανάτιων | προθανάτιων |
| Αιτιατική | προθανάτιους | προθανάτιες | προθανάτια |
| Κλητική | προθανάτιοι | προθανάτιες | προθανάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →