προικίζω
•
- κυριολεκτικάπαραχωρώ προίκα Βικιλεξικό
- δεν παντρεύτηκε γιατί έπρεπε πρώτα να δουλέψει σκληρά και να προικίσει την αδελφή του
- μεταφορικάχαρίζω κάτι ή δίνω ένα χάρισμα Βικιλεξικό
- η φύση τον προίκισε με θηριώδη δύναμη
Ετυμολογία
προικίζω < ελληνιστική κοινή προικίζω < αρχαία ελληνική προίξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προικίζω | προικίζεις | προικίζει | προικίζουμε | προικίζετε | προικίζουν / προικίζουνε |
| Παρατατικός | προίκιζα | προίκιζες | προίκιζε | προικίζαμε | προικίζατε | προίκιζαν / προικίζαν / προικίζανε |
| Αόριστος | προίκισα | προίκισες | προίκισε | προικίσαμε | προικίσατε | προίκισαν / προικίσαν / προικίσανε |
| Μέλλοντας | θα προικίζω / θα προικίσω | θα προικίζεις / θα προικίσεις | θα προικίζει / θα προικίσει | θα προικίζουμε / θα προικίσουμε | θα προικίζετε / θα προικίσετε | θα προικίζουν / θα προικίζουνε / θα προικίσουν / θα προικίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προικίσει | έχεις προικίσει | έχει προικίσει | έχουμε προικίσει | έχετε προικίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προικίσει | είχες προικίσει | είχε προικίσει | είχαμε προικίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προικίσει / να προικίζω / να προικίσω | να έχεις προικίσει / να προικίζεις / να προικίσεις | να έχει προικίσει / να προικίζει / να προικίσει | να έχουμε προικίσει / να προικίζουμε / να προικίσουμε | να έχετε προικίσει / να προικίζετε / να προικίσετε | να προικίζουν / να προικίζουνε / να προικίσουν / να προικίσουνε |
| Προστακτική | — | προίκιζε / προίκισε | — | — | προικίζετε / προικίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →