προικοθήρας
•
- αυτός που επιδιώκει να παντρευτεί μία νύφη με μεγάλη προίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προικοθήρας < προίκα + -ο- + -θήρας ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική coureur de dot)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προικοθήρας | προικοθήρες |
| Γενική | προικοθήρα | προικοθήρων |
| Αιτιατική | προικοθήρα | προικοθήρες |
| Κλητική | προικοθήρα | προικοθήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →