προκάλυψη
•
- στρατιωτικός όροςοι ενέργειες που γίνονται και τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να προφυλαχθεί ο στρατός και ν’ αποκρούσει εχθρική επίθεση Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη περιοχή που προφυλάσσεται Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη τοποθέτηση στρατιωτικού τμήματος μπροστά απ’ το κύριο κατά τη διάρκεια εκστρατείας, για τον έλεγχο των εχθρικών κινήσεων και την αντιμετώπιση επίθεσης Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη φύλαξη των συνόρων και (κατ’ επέκταση) η φυλασσόμενη περιοχή Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη απόκρυψη του πυροβολικού, ώστε να εκτελεί βολές κρυμμένο και ανεμπόδιστα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη πρόφαση, το πρόσχημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκάλυψη < ελληνιστική κοινή προκάλυψις < αρχαία ελληνική προκαλύπτω < πρό + καλύπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκάλυψη | προκαλύψεις |
| Γενική | προκάλυψης | προκαλύψεων |
| Αιτιατική | προκάλυψη | προκαλύψεις |
| Κλητική | προκάλυψη | προκαλύψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →