Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκάλυψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στρατιωτικός όροςοι ενέργειες που γίνονται και τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να προφυλαχθεί ο στρατός και ν’ αποκρούσει εχθρική επίθεση Βικιλεξικό
  2. στρατιωτικός όροςη περιοχή που προφυλάσσεται Βικιλεξικό
  3. στρατιωτικός όροςη τοποθέτηση στρατιωτικού τμήματος μπροστά απ’ το κύριο κατά τη διάρκεια εκστρατείας, για τον έλεγχο των εχθρικών κινήσεων και την αντιμετώπιση επίθεσης Βικιλεξικό
  4. στρατιωτικός όροςη φύλαξη των συνόρων και (κατ’ επέκταση) η φυλασσόμενη περιοχή Βικιλεξικό
  5. στρατιωτικός όροςη απόκρυψη του πυροβολικού, ώστε να εκτελεί βολές κρυμμένο και ανεμπόδιστα Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάη πρόφαση, το πρόσχημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προκάλυψη < ελληνιστική κοινή προκάλυψις < αρχαία ελληνική προκαλύπτω < πρό + καλύπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροκάλυψηπροκαλύψεις
Γενικήπροκάλυψηςπροκαλύψεων
Αιτιατικήπροκάλυψηπροκαλύψεις
Κλητικήπροκάλυψηπροκαλύψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →