προκαθορίζω
•
- καθορίζω εκ των προτέρων Βικιλεξικό
- προδιαγράφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκαθορίζω < προ- + καθορίζω (καθ- ορίζω), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική prédeterminer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προκαθορίζω | προκαθορίζεις | προκαθορίζει | προκαθορίζουμε | προκαθορίζετε | προκαθορίζουν / προκαθορίζουνε |
| Παρατατικός | προκαθόριζα | προκαθόριζες | προκαθόριζε | προκαθορίζαμε | προκαθορίζατε | προκαθορίζαν / προκαθορίζανε / προκαθόριζαν |
| Αόριστος | προκαθόρισα | προκαθόρισες | προκαθόρισε | προκαθορίσαμε | προκαθορίσατε | προκαθορίσαν / προκαθορίσανε / προκαθόρισαν |
| Μέλλοντας | θα προκαθορίζω / θα προκαθορίσω | θα προκαθορίζεις / θα προκαθορίσεις | θα προκαθορίζει / θα προκαθορίσει | θα προκαθορίζουμε / θα προκαθορίσουμε | θα προκαθορίζετε / θα προκαθορίσετε | θα προκαθορίζουν / θα προκαθορίζουνε / θα προκαθορίσουν / θα προκαθορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προκαθορίσει | έχεις προκαθορίσει | έχει προκαθορίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προκαθορίσει | είχες προκαθορίσει | είχε προκαθορίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προκαθορίσει / να προκαθορίζω / να προκαθορίσω | να έχεις προκαθορίσει / να προκαθορίζεις / να προκαθορίσεις | να έχει προκαθορίσει / να προκαθορίζει / να προκαθορίσει | να προκαθορίζουμε / να προκαθορίσουμε | να προκαθορίζετε / να προκαθορίσετε | να προκαθορίζουν / να προκαθορίζουνε / να προκαθορίσουν / να προκαθορίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε προκαθορισμένο / προκαθόριζε / προκαθόρισε | — | — | προκαθορίζετε / προκαθορίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προκαθορίστηκαπροκαθορίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →