Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκλασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιστορίαπου έχει σχέση με την περίοδο πριν από τον κλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπαρωχημένος Βικιλεξικό
  3. μουσικήμπαρόκ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προκλασικός < προ- + κλασικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préclassique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκλασικόςπροκλασικήπροκλασικό
Γενικήπροκλασικούπροκλασικήςπροκλασικού
Αιτιατικήπροκλασικόπροκλασικήπροκλασικό
Κλητικήπροκλασικέπροκλασικήπροκλασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκλασικοίπροκλασικέςπροκλασικά
Γενικήπροκλασικώνπροκλασικώνπροκλασικών
Αιτιατικήπροκλασικούςπροκλασικέςπροκλασικά
Κλητικήπροκλασικοίπροκλασικέςπροκλασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →