προκλασικός
•
- ιστορίαπου έχει σχέση με την περίοδο πριν από τον κλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπαρωχημένος Βικιλεξικό
- μουσικήμπαρόκ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκλασικός < προ- + κλασικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préclassique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκλασικός | προκλασική | προκλασικό |
| Γενική | προκλασικού | προκλασικής | προκλασικού |
| Αιτιατική | προκλασικό | προκλασική | προκλασικό |
| Κλητική | προκλασικέ | προκλασική | προκλασικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκλασικοί | προκλασικές | προκλασικά |
| Γενική | προκλασικών | προκλασικών | προκλασικών |
| Αιτιατική | προκλασικούς | προκλασικές | προκλασικά |
| Κλητική | προκλασικοί | προκλασικές | προκλασικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →