προκοίλης
•
- λαϊκότροποαυτός που έχει μεγάλη φουσκωτή κοιλιά, ο κοιλαράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκοίλης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική προκοίλης < προκοίλ(ιος) + -ης < ελληνιστική κοινή προκοίλιος < προ- + αρχαία ελληνική κοιλία → δείτε και τη λέξη κοῖλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκοίλης | προκοίληδες |
| Γενική | προκοίλη | προκοίληδων |
| Αιτιατική | προκοίλη | προκοίληδες |
| Κλητική | προκοίλη | προκοίληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →