προκοίλι
•
- το μέρος της κοιλιάς που εξέχει Βικιλεξικό
- πάχυνε, έκανε προγούλι και προκοίλι, έγινε προκοίλης
- Προκοίλι δὲ εἶναι τὸ καλύπτον τὴν κοιλίαν τοῦ χοίρου λίπος , τεμάχιον ἀρκετὰ μέγα, τὸ ὁποῖον βραζόμενον τρώγεται, ἀφοῦ κρυώσῃ. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικίσεις, σκεύη και τροφαί, 1984, σελ. 125)
- Με πλατύ δασωμένο στήθος, πόδια βαριά, χέρια θραψερὰ καὶ προκοίλια και προγούλια, ἕνας ἄνθρωπος όλος κρέατα. (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι: μυθιστορήματα, 1951, σελ. 38)
- το υπογάστριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκοίλι < προ- + κοιλ(ιά) + -ι < → δείτε μεσαιωνική ελληνική προκοίλης < ελληνιστική κοινή προκοίλιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκοίλι | προκοίλια |
| Γενική | προκοιλιού | προκοιλιών |
| Αιτιατική | προκοίλι | προκοίλια |
| Κλητική | προκοίλι | προκοίλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →