προκομμένος
•
- εργατικός και νοικοκύρης Βικιλεξικό
- οικείο, (συνήθως με κτητική αντωνυμία) ανεπρόκοπος Βικιλεξικό
- ακόμα να ξυπνήσει η προκομμένη σου;
Ετυμολογία
προκομμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προκόβω
Άλλοι τύποι
προκομμέναπροκομμένεπροκομμένεςπροκομμένηπροκομμένηςπροκομμένοπροκομμένοιπροκομμένοςπροκομμένουπροκομμένουςπροκομμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →