προκριματικός
•
- που σχετίζεται με την αρχική κι όχι την τελική κρίση για κάτι Βικιλεξικό
- προκριματικός διαγωνισμός, προκριματικός γύρος συζητήσεων
- αθλητισμόςπου το αποτέλεσμά του θα αναδείξει ποιοι αθλητές ή ποιες ομάδες θα συνεχίσουν στην επόμεση φάση (ενός αθλήματος, μιας διοργάνωσης) Βικιλεξικό
- Στον προκριματικό αγώνα πήρε εύκολα τη δεύτερη θέση και πέρασε στην ημιτελική φάση.
Ετυμολογία
προκριματικός, ήδη από το 1883 ως «προκριματικαὶ ἀγωγαί» για τον λατινικό όρο praejudiciales actiones. Παραβάλετε τη μεσαιωνική ελληνική προκριματικός (που φέρνει μειονέκτημα) :* Για τη σημασία «αρχική φάση» όπως προκριματικοί αγώνες: από το 1886 < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préjudiciel ή τη γαλλική éliminatoire. : Μορφολογικά αναλύεται σε πρόκριμα, προκριματ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκριματικός | προκριματική | προκριματικό |
| Γενική | προκριματικού | προκριματικής | προκριματικού |
| Αιτιατική | προκριματικό | προκριματική | προκριματικό |
| Κλητική | προκριματικέ | προκριματική | προκριματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκριματικοί | προκριματικές | προκριματικά |
| Γενική | προκριματικών | προκριματικών | προκριματικών |
| Αιτιατική | προκριματικούς | προκριματικές | προκριματικά |
| Κλητική | προκριματικοί | προκριματικές | προκριματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →