Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκριματικός

/pɾo.kɾi.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την αρχική κι όχι την τελική κρίση για κάτι Βικιλεξικό
    • προκριματικός διαγωνισμός, προκριματικός γύρος συζητήσεων
  2. αθλητισμόςπου το αποτέλεσμά του θα αναδείξει ποιοι αθλητές ή ποιες ομάδες θα συνεχίσουν στην επόμεση φάση (ενός αθλήματος, μιας διοργάνωσης) Βικιλεξικό
    • Στον προκριματικό αγώνα πήρε εύκολα τη δεύτερη θέση και πέρασε στην ημιτελική φάση.

Ετυμολογία

προκριματικός, ήδη από το 1883 ως «προκριματικαὶ ἀγωγαί» για τον λατινικό όρο praejudiciales actiones. Παραβάλετε τη μεσαιωνική ελληνική προκριματικός (που φέρνει μειονέκτημα) :* Για τη σημασία «αρχική φάση» όπως προκριματικοί αγώνες: από το 1886 < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préjudiciel ή τη γαλλική éliminatoire. : Μορφολογικά αναλύεται σε πρόκριμα, προκριματ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκριματικόςπροκριματικήπροκριματικό
Γενικήπροκριματικούπροκριματικήςπροκριματικού
Αιτιατικήπροκριματικόπροκριματικήπροκριματικό
Κλητικήπροκριματικέπροκριματικήπροκριματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκριματικοίπροκριματικέςπροκριματικά
Γενικήπροκριματικώνπροκριματικώνπροκριματικών
Αιτιατικήπροκριματικούςπροκριματικέςπροκριματικά
Κλητικήπροκριματικοίπροκριματικέςπροκριματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →