προκυμαία
•
- ναυτικός όροςη άκρη της παραλίας από την πλευρά της ξηράς, όπου συνήθως υπάρχει ειδικό κρηπίδωμα και άλλα τεχνικά έργα για την προστασία από τα κύματα και το ασφαλές πλεύρισμα των πλεούμενων Βικιλεξικό
- ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)
- 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Προσχέδια [1954-1960], Νεκρό καλοκαίρι, στίχ. 77 (75-77).
Ετυμολογία
προκυμαία < (ελληνιστική κοινή) προκυμία + -αία < πρό + κῦμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκυμαία | προκυμαίες |
| Γενική | προκυμαίας | προκυμαιών |
| Αιτιατική | προκυμαία | προκυμαίες |
| Κλητική | προκυμαία | προκυμαίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →